
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Την πρώτη φορά απλά γύρισα το κεφάλι μου δεξιά χωρίς να κοιτάξω πιο προσεκτικά την εικόνα που αντίκριζα. Το μυαλό μου, που ήταν ακόμη θολωμένο από τη δύσκολη ανάβαση και τον καυτό ήλιο που με σιγόψηνε, δεν είχε προλάβει να επεξεργαστεί αυτό που μόλις είχα δει. Πήρα μια μεγάλη, βαθιά ανάσα και ξαφνικά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να σταματήσω και να κοιτάξω πάλι. Τεράστιοι, καταπράσινοι, ορεινοί όγκοι και πιο πέρα στον ορίζοντα η θάλασσα, μπλε, μυστηριώδης, σχεδόν να την ακούω να μου ψιθυρίζει “Έλα, έλα σε μένα…”. “Φύγε Σειρήνα από το μυαλό μου!” φώναξα μέσα μου και συνέχισα να ανηφορίζω το κακοτράχαλο μονοπάτι….
Στην ορεινή Δωρίδα δεν είχα ξαναβρεθεί ως τώρα και από φίλους μου, που κατοικούν στην Πάτρα, είχα ακούσει τα καλύτερα για τη φυσική ομορφιά της περιοχής! Συνήθως είναι αυτό το κίνητρο για να επιλέξω έναν ορεινό αγώνα. Μάλιστα, στην περίπτωση του “Tihio Race 2016” ήταν αδύνατο να μη δηλώσω συμμετοχή αφού οι διοργανωτές και κυρίως ο Θωμάς Ρούμπας, εμπνευστής αυτής της εκδήλωσης, είχε φροντίσει ώστε όλοι οι αθλητές να μπορέσουν πραγματικά να ευχαριστηθούν τη διαδρομή και να τρέξουν με τη ψυχή τους! Πέρα, λοιπόν, από τα συνήθη θέματα που αφορούν το αγωνιστικό μέρος της διοργάνωσης, ο Θωμάς Ρούμπας και οι συνεργάτες του προχώρησαν σε ένα ακόμη δύσκολο βήμα, παρέχοντας δωρεάν μετακίνηση από και προς Αθήνα και δωρεάν διανυκτέρευση, σε ξενοδοχείο της Ναυπάκτου για ένα μεγάλο αριθμό αθλητών που είχαν επιλέξει να αγωνιστούν στο “Wolf’s Race 50KM”. Άξιο αναφοράς, επίσης, είναι το γεγονός πως κατά τη διάρκεια του αγώνα υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για την υγεία όλων των αθλητών, κάτι που προσωπικά συναντώ πρώτη φορά σε διοργάνωση ορεινού αγώνα! Οι άνθρωποι του “Tihio Race”έκαναν τα πάντα ώστε η μόνη έγνοια των συμμετεχόντων να είναι αποκλειστικά πώς και πόσο πολύ θα ευχαριστηθούν τον αγώνα τους!

Κάπως έτσι κατηφόρισα κι εγώ νοτιότερα, ξεκινώντας το Σάββατο από τη Θεσσαλονίκη, για να βρεθώ στο πανέμορφο Τείχιο, της ορεινής Δωρίδας. Το χωριό είναι χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, σε υψόμετρο 600 περίπου μέτρων, περιτριγυρισμένο από δέντρα και προικισμένο με καταπληκτική θέα ολόγυρα! Η γραμματεία, που λειτουργούσε από το Σάββατο, βρισκόταν εντός του σπιτιού του Θωμά Ρούμπα, ο οποίος παραχώρησε τον προσωπικό του χώρο όχι μόνο για την επίδοση των αριθμών και την τεχνική ενημέρωση αλλά και για το Pasta Party που προηγούταν του αγώνα. Οι αθλητές όλοι δεν άργησαν να μαζευτούν και λίγο πριν δύσει ο ήλιος ακούσαμε όλοι διά στόματος Λουκά Πρατίλα τα σημεία που έπρεπε να δώσουμε προσοχή την επόμενη μέρα. Εδώ, πρέπει να τονιστεί η δουλειά που έκαναν δύο άτομα για να καθαριστεί η διαδρομή και να ανοιχτούν νέα μονοπάτια, ένα έργο που διήρκησε ένα μήνα σχεδόν, ώστε να γίνει πραγματικότητα ο “Tihio Race 2016”. Γι’ αυτό ένα τεράστιο “ΜΠΡΑΒΟ” αξίζουν οι Λουκάς Πρατίλας και Γιάννης Γκανασούλης καθώς και ένα μεγάλο “ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ” απ’ όλους εμάς! Την τεχνική
ενημέρωση ακολούθησε το προ-αγωνιστικό γεύμα των αθλητών, μια μακαρονάδα που η γεύση της μου θύμιζε λίγο πασχαλινή μαγειρίτσα. Και επειδή μου είχε μείνει απωθημένο η μαγειρίτσα του Πάσχα, διότι δεν έφαγα αρκετή, γέμισα το πιάτο μου δύο φορές με τη γαστριμαργική αυτή δημιουργία του σεφ Νικόλα Σακελλαρίου! Τρώγοντας, λοιπόν, δεν έχασα ευκαιρία να συνομιλήσω με καλούς φίλους που είχα καιρό να δω, όπως η Jo Manta, ο Μίλτος Λυμπιτσούνης και ο Χάρης Κανάκης παρέα με τις όμορφες κόρες του, αλλά και να γνωρίσω νέους, όπως ο Χρήστος Παπούλιας και ο “Τουμπανιασμένος” χασάπης φίλος μου, το όνομα του οποίου μου διαφεύγει, ο οποίος επισκέφτηκε το Τείχιο από τη μακρινή Σάμο! Παρόλα αυτά το γεύμα είχε και λάμψη αστέρων του αθλητισμού αφού μαζί μας ήταν η ολυμπιονίκες Πηγή Δεβετζή και Κλέλια Πανταζή, ο χαμογελαστός παγκόσμιος πρωταθλητής Μιχάλης Ζαμπίδης και ο γνωστός στην ορεινή, δρομική κοινότητα Δημήτρης Θεοδωρακάκος! Και επειδή ο αυριανός αγώνας προβλεπόταν μεγάλος και δύσκολος, 50 χιλιόμετρα με 2.678 μέτρα θετικής υψομετρικής διαφοράς, έφυγα για Ναύπακτο όπου είχα δώσει ραντεβού με ένα φίλο για κοκορέτσια και μπυρίτσα!
Το επόμενο πρωί με βρήκε στο χώρο της εκκίνησης μαζί με τους υπόλοιπους δρομείς να περιμένουμε να δοθεί η έναρξη. Ο αγώνας ξεκινούσε από ένα μικρό αμφιθέατρο, στην είσοδο του Τείχιου, και τερμάτιζε πάλι εκεί αφού πρώτα διέγραφε ένα μεγάλο κύκλο. Πρέπει να προσθέσω, ακόμη, πως όσοι επιθυμούν να αγωνιστούν στο “Tihio Race” μπορούν να επιλέξουν να κατασκηνώσουν σ’ αυτόν τον όμορφο χώρο. Η ώρα πλησιάζει 07:30 και ‘μείς μαζευόμαστε κοντά στη φουσκωτή αψίδα. Όλους μας έχει καταλάβει ένας ενθουσιασμός διότι ανυπομονούμε να ταξιδέψουμε στα νέα μονοπάτια του αγώνα και να δούμε όλα όσα μας είπαν την προηγούμενη μέρα στην τεχνική ενημέρωση. Τα χειροκροτήματα σταματούν και με το “Πάμε” ξεκινάμε για ακόμη μια περιπέτεια.

Φεύγοντας από το Τείχιο ακολουθούμε ένα δασικό δρόμο ο οποίος ανηφορίζει διαρκώς ανάμεσα από ένα πυκνό δάσος με βελανιδιές. Ο ζεστός ήλιος, που έχει κάνει την εμφάνισή του από νωρίς, προμηνύει πως θα ιδρώσουμε αρκετά καθώς περνάει η ώρα! Πολύ σύντομα θα αφήσουμε πίσω μας το χωματόδρομο και θα συνεχίσουμε την ανάβαση σε ένα πιο απότομο μονοπάτι που μοιάζει να διασχίζει κάθετα την πλαγιά. Σ’ αυτό το σημείο η διαδρομή γίνεται ολοένα πιο απαιτητική μιας που το μονοπάτι είναι αρκετά στενό και χρειάζεται προσοχή για πέτρες και κλαδιά που κρύβονται κάτω από τα ξερά φύλλα. Ωστόσο, αυτό που μου προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι πως, πέρα από τη σηματοδότηση του μονοπατιού, υπάρχει χιλιομετρική σήμανση σε κάθε χιλιόμετρο που διανύουμε! Μπορεί στην αρχή να μη δώσει κάποιος σημασία στην χιλιομετρική σήμανση αλλά πιστέψτε με πως όσο περνούν τα χιλιόμετρα και μεγαλώνει η κούραση θέλουμε να γνωρίζουμε ακριβώς πόσο μας έχει απομείνει μέχρι τον τερματισμό. Και για να ολοκληρώσω με το θέμα της σήμανσης, θα αναφέρω πως αυτή ήταν άψογη αφού παρά την πυκνή βλάστηση, που έκρυβε μερικές φορές τα σημάδια από σπρέι στις πέτρες, οι πυκνά τοποθετημένες κορδέλες έργου σου έδειχναν από μακριά το δρόμο ενώ η χιλιομετρική σήμανση απλά επιβεβαίωνε ότι όντως βαδίζεις σωστά!
Δεν άργησα να φτάσω στον πρώτο σταθμό τροφοδοσίας ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ νωρίς και μπορεί να παραληφθεί αν ο καιρός είναι αρκετά δροσερός τη μέρα του αγώνα. Παρόλα αυτά, οι εθελοντές του μου πρόσφεραν παγωμένο τσάι, στο οποίο δεν μπόρεσα να αντισταθώ και ήπια δυο ποτηράκια. Συνέχισα, ανηφορίζοντας και πάλι το μονοπάτι το οποίο άλλαζε μορφή καθώς προχωρούσα. Δεν ήταν μόνο η κλίση του, που σιγά σιγά γινόταν πιο ομαλή, αλλά και η βλάστηση τριγύρω με τις βελανιδιές να ανακατεύουν τα κλαδιά τους ανάμεσα στα πεύκα. Το έδαφος, πλέον, έγινε πιο σκληρό και ‘κει που υπήρχαν πριν ξερά φύλλα, τη θέση τους τώρα είχαν πάρει πέτρες, κουκουνάρια και πευκοβελόνες. Αυτό, δε, που σε μάγευε ήταν που κάθε τόσο τα κλαδιά των δέντρων έκαναν στην άκρη για να σ’ αφήσουν να θαυμάσεις το υπέροχο τοπίο που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι! Με την αίσθηση της όρασης κορεσμένη από ερεθίσματα έφτασα γρήγορα και στον δεύτερο σταθμό τροφοδοσίας όπου οι εθελοντές με υποδέχτηκαν θερμά! Δίχως καθυστέρηση, πίνω λίγο ισοτονικό και αναχωρώ πάλι αφού ακούω τους συναθλητές μου να πλησιάζουν. Το επόμενο κομμάτι της διαδρομής ακολουθεί για μερικά χιλιόμετρα έναν δασικό δρόμο που κατηφορίζει έντονα. Παρότι δεν μπορεί να συγκριθεί, σε φυσική ομορφιά, με το μονοπάτι που διέσχιζα προηγουμένως είναι και αυτός περιτριγυρισμένος από δέντρα προστατεύοντάς μας από τον ήλιο. Φυσικά, το να τρέχεις σε χωματόδρομο έχει και τα καλά του αφού κινείσαι ταχύτερα και τα χιλιόμετρα περνούν ευκολότερα, γι’ αυτό και παραλίγο να προσπεράσω την είσοδο στα δεξιά σε μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Το κατέβασμα, εδώ, προς μια μικρή ρεματιά θέλει ιδιαίτερη προσοχή καθώς έχει έντονη κατηφορική κλίση και αρκετές πέτρες που παραμονεύουν από εδώ κι εκεί. Το ευτύχημα, βεβαίως, είναι πως αυτό το κομμάτι δεν διαρκεί πολύ και σύντομα θα ξαναβρεθώ να τρέχω κατά μήκος ενός δασικού δρόμου που θα με οδηγήσει στον επόμενο σταθμό. Οι εθελοντές του τρίτου σταθμού εκτός από εξυπηρετικοί έχουν και όρεξη για πλάκα! Ένας από αυτούς μου λέει “Ρε ‘σεις μην τρέχετε τόσο γρήγορα!” κι εγώ, που έχω πολύ καλή διάθεση, του απαντώ “Έγινε… Θα κόψω λίγο…”.

Κατηφορίζοντας τον δασικό δρόμο μπροστά μου, που απομακρύνεται από τον σταθμό, αναρωτιέμαι αν όντως θα έπρεπε να πάω πιο αργά αφού σε λίγο ξεκινούν οι δύσκολες ανηφόρες του αγώνα. “Δε βαριέσαι, αφού νιώθω υπέροχα γιατί να μην το διασκεδάσω;” σκέφτομαι και συνεχίζω δυνατά! Ο δασικός σύντομα θα δώσει τη θέση του σε δεντροσκέπαστο μονοπάτι το οποίο θα με οδηγήσει, τραβερσάροντας μια πλαγιά, σε ένα μικρό ποτάμι που τα δροσερά νερά του ακούγονται από μακριά καθώς κυλούν. Η διαδρομή συνεχίζει στην απέναντι πλευρά του ποταμιού και το πέρασμα στην αντίπερα όχθη θέλει ιδιαίτερη προσοχή διότι οι μεγάλοι βράχοι, στους οποίους πρέπει να ακροβατήσεις, είναι βρεγμένοι και γλιστρούν! Μια βιαστική κίνηση και “πλατς” πέφτεις μέσα, ακριβώς όπως έπαθα και του λόγου μου όταν προσπάθησα να το περάσω τρέχοντας. Ευτυχώς πάτησα σε ρηχά νερά βρέχοντας μόνο το παπούτσι μου. Μέχρι να στεγνώσει το inov8 είχα σχεδόν φτάσει στον επόμενο σταθμό διασχίζοντας πρώτα μερικά λιβάδια που η πυκνή βλάστηση είχε καλύψει με ένα καταπράσινο, ανοιξιάτικο σεντόνι!

Ο τέταρτος σταθμός του αγώνα ήταν αυτό που λέμε “κάτσε κι άραξε”. Προστατευμένος από τις φυλλωσιές, που εμπόδιζαν τις ακτίνες του ήλιου, πλούσιος σε τροφοδοσία και με μια πηγή παραδίπλα που έριχνε αισθητά τη θερμοκρασία! Έβγαλα το καπέλο μου, το έβαλα να γεμίσει παγωμένο νερό, και στη συνέχεια το φόρεσα κατευθείαν. Ένιωσα τον εγκέφαλό μου να παγώνει και το κεφάλι μου να μυρμηγκιάζει όμως αυτή η ισχυρή δόση δροσιάς ήταν αυτό που χρειαζόμουν για να συνέλθω από τη ζέστη που με έκανε ληθαργικό καθώς περνούσε η ώρα. Οι Φάνης Αρκουμάνης και Αλέξανδρος Καμπουρόπουλος με είχαν μόλις προφτάσει και έπειτα από μια σύντομη στάση αποχαιρετήσαμε όλοι το προσωπικό του σταθμού και τους ευχαριστήσαμε για τις υπηρεσίες τους. Η ανηφόρα που ξεδιπλωνόταν εμπρός μας ήταν αρκετά απότομη στην αρχή, ικανή να σου κόψει την ανάσα! Ο ρυθμός μου έπεσε και αποφάσισα να αφήσω τον Φάνη και τον Αλέξανδρο να προπορευτούν αφού οποιαδήποτε προσπάθεια παραπάνω θα μου στερούσε δυνάμεις που σίγουρα θα χρειαζόμουν αργότερα. Ωστόσο, ποτέ δεν βγαίνεις ζημιωμένος όταν κινείσαι πιο αργά στο βουνό. Περπατώντας, τώρα, με ένα ήρεμο τέμπο είχα την ευκαιρία να θαυμάσω την ομορφιά της φύσης που με είχε περικυκλώσει! Μάλιστα, αν προσπαθούσα να πατάω όσο πιο ήσυχα γινόταν, μπορούσα να ακούσω ολοκάθαρα την απόλυτη ηρεμία που μόνο τα κελαηδίσματα των πουλιών διέκοπταν που και που. Βγαίνοντας στο τέρμα της ανηφόρας οι κορδέλες με οδηγούν αμέσως σε χωματόδρομο που γρήγορα αλλάζει σε κακοτράχαλο μονοπάτι που κατηφορίζει έντονα και δυσκολεύει αρκετά το διερχόμενο αθλητή σε ορισμένα σημεία. Εδώ είναι που θα φάω για πρώτη φορά μια γερή τούμπα αλλά και η πρώτη φορά που πραγματικά θα σταθώ ακίνητος, μαγεμένος σχεδόν, κοιτάζοντας την υπέροχη θέα που απλώνεται τριγύρω! Μετά από λίγη ώρα και αρκετά μέτρα αρνητικής υψομετρικής μπορώ να διακρίνω στο βάθος τις στέγες από τα σπίτια του χωριού Σεργούλα που σηματοδοτεί την έναρξη του δυσκολότερου τμήματος της διαδρομής, μια ανάβαση μέχρι τις ανεμογεννήτριες που βρίσκονται 1500 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Εκεί βρίσκεται, τοποθετημένος πολύ σωστά, ο επόμενος σταθμός του αγώνα ώστε όλοι οι αθλητές να προετοιμαστούν για την ανάβαση που ακολουθεί.

Έχουν περάσει τρεις ώρες περίπου από την εκκίνηση του “Wolf’s Race 50KM” και ο ήλιος πλέον με ψήνει και από τις δυο πλευρές καθώς ανηφορίζω το κακοτράχαλο μονοπάτι! Δέκα χιλιόμετρα με χίλια μέτρα θετικής υψομετρικής διαφοράς χρειάζονται αρκετή ώρα μέχρι να τελειώσουν, τόση ώστε να αποκτήσω το τέλειο μαύρισμα! Τις περισσότερες φορές, που βρίσκομαι να ανεβαίνω παρόμοιες ανηφόρες, με πιάνουν τα “υπαρξιακά” μου και αρχίζω τη συζήτηση με τον εαυτό μου. Το θέμα συνήθως είναι γνωστό, “Τι δουλειά έχω εδώ απάνω στα κορφοβούνια;”! Και έπειτα είναι και αυτή η θάλασσα στον ορίζοντα, κάθε φορά που κοιτάζω στο πλάι, που τα κάνει όλα ακόμη πιο δύσκολα! Δεν μ’ αφήνει να συγκεντρωθώ, μαγνητίζει το βλέμμα μου και με κάνει να φαντασιώνομαι φουσκωτά στρώματα και ‘μένα αραχτό πάνω τους με μια “Pina Colada” στο χέρι… “Προχώρα καημένε που θες και Pina Colada…”. Κοίτα τι χάνω, σκέφτομαι και συνεχίζω. Ευτυχώς που ο σταθμός τροφοδοσίας λίγο παραπάνω έχει μια πηγή με δροσερό νερό που με κάνει να ξεχάσω τα κοκτέιλ και τα μακροβούτια για λίγο. Οι εθελοντές του με βοηθούν να πάρω δυνάμεις και με ξεπροβοδίζουν λέγοντας πως η μισή ανηφόρα τέλειωσε.

Για καλή μου τύχη, το υπόλοιπο της διαδρομής έχει αρκετά κομμάτια που κινούνται ανάμεσα σε βελανιδιές που σχηματίζουν μια φυσική στέγη από πάνω μου. Αργότερα, φτάνοντας στο πλατό που βρίσκονται οι ανεμογεννήτριες, έχω πολλάκις την ευκαιρία να θαυμάσω από πολύ κοντά αυτά τα θεόρατα ανθρώπινα, κατασκευάσματα! Θυμάμαι να τρέχω δίπλα τους και να κοιτάζω στο έδαφος την τεράστια σκιά της έλικας καθώς αυτή γύριζε. Ωστόσο, αυτό που μου προκαλεί δέος είναι για άλλη μια φορά η θέα ολόγυρά μου. Το απαλό αεράκι που φυσάει έχει καθαρίσει την ατμόσφαιρα κάνοντας το τοπίο να μοιάζει με καμβά ζωγραφικής! Μονάχα τρία χρώματα χρειάστηκε ο Θεός για να δημιουργήσει αυτήν την οπτική πανδαισία, πράσινο, μπλε και λευκό!

Στο σημείο αυτό, που βρίσκεται ο έβδομος σταθμός τροφοδοσίας, ενώνονται η διαδρομή των 50 χιλιομέτρων με αυτή των 27 και ξεκινάει μια γρήγορη κατηφόρα με προορισμό το χωριό Ποτιδάνεια. Επιτέλους και λίγο κόσμος, σκέφτομαι, γιατί τόση ώρα με έφαγε η “εσωτερική αναζήτηση”. Μολονότι οι αθλητές του μικρότερου αγώνα, που είναι περισσότερο ξεκούραστοι, με παρασέρνουν μαζί τους σε ένα γρήγορο ρυθμό κάθε τόσο δοκιμάζομαι αφού έχω αρχίσει να νιώθω έντονες κράμπες στους προσαγωγούς και στις γάμπες μου. Δεν γίνεται όμως να μην απολαύσω αυτό το μοναδικό μονοπάτι τρέχοντας όσο ταχύτερα μπορώ!

Η διαδρομή μέχρι το χωριό διασχίζει μια πυκνή, δασική περιοχή με κάθε λογής δέντρα. Έλατα, πεύκα, οξιές, βελανιδιές και ένα τερέν που, παρότι αρκετά τεχνικό, σε προκαλεί να δοκιμάσεις τα όριά σου σ’ αυτό το κομμάτι το οποίο κατά την άποψή μου είναι και το ομορφότερο του αγώνα! Με ‘κείνα και μ’ αυτά θα φτάσω στην Ποτιδάνεια που οι κάτοικοί της έχουν συγκεντρωθεί στη μικρή πλατεία του χωριού, όπου βρίσκεται ο 8ος σταθμός, και μας χειροκροτούν. Κάποιος μου λέει, λίγο πριν αναχωρήσω, “Να μας επισκεφτείτε ξανά, όχι μόνο για τον αγώνα…”. Πόσο δίκιο έχει, σκέφτομαι βγαίνοντας από το χωριό. Αυτοί οι άνθρωποι που ζούν σε τέτοια ορεινά μέρη δεν έχουν συχνά επισκέπτες και οι περισσότεροι λαχταρούν να έρθει κόσμος να τον φιλοξενήσουν, να του προσφέρουν ένα μεζέ και να συζητήσουν μαζί τους. Όπως είναι το ορεινό τρέξιμο για εμάς μια διαφυγή από την καθημερινή ρουτίνα έτσι κι εμείς είμαστε μια διέξοδος για τους κατοίκους όλων αυτών των περιοχών!

Στα τελευταία, δέκα περίπου, χιλιόμετρα μέχρι τον τερματισμό θα συναντήσω αρκετούς φίλους, δρομείς των μικρότερων αγώνων οι οποίοι με αφήνουν ευγενικά να προσπεράσω. Εδώ, οι συνεχόμενες ανηφόρες και κατηφόρες, που εναλλάσσονται διαρκώς, σε αποτρέπουν από το να κρατήσεις ένα σταθερό ρυθμό. Και δεν ήταν αυτή η μόνη δυσκολία αφού σε ορισμένα σημεία γλιστρούσε πολύ λόγω της λάσπης που είχε δημιουργηθεί από ρυάκια και μικρούς χείμαρρους. Επειδή όμως το μέρος ήταν καταπληκτικό δεν μπόρεσα να αντισταθώ και έτσι αγόρασα ένα ωραίο οικόπεδο, με θέα στο δάσος, για του χρόνου που θα επισκεφτώ και πάλι το Τείχιο. Ευτυχώς η τούμπα μου άφησε μόνο αρκετή λάσπη και τίποτα περισσότερο. Ωσάν χαρούμενο γουρουνάκι, λοιπόν, συνέχισα προς τον τερματισμό που ολοένα και πλησίαζε. Αυτό το κομμάτι, πριν φτάσεις το Τείχιο, απαιτεί καλή διαχείριση δυνάμεων από πριν ώστε να τα καταφέρεις δίχως προβλήματα.

Μπαίνοντας στο χωριό και πλησιάζοντας την αψίδα του τερματισμού πέρασε όλος ο αγώνας, σαν ταινία, από το μυαλό μου. Οι εθελοντές, τα κακοτράχαλα μονοπάτια, οι ανεμογεννήτριες, τα παρθένα δάση και η μαγευτική θέα προς τη θάλασσα. Τελικά, εγώ βγήκα κερδισμένος από μια τόσο ωραία περιπέτεια σε αντίθεση με όλους αυτούς που πράγματι έχασαν την ευκαιρία να ζήσουν μια μοναδική εμπειρία. Ευτυχώς γι’ αυτούς, τα βουνά θα βρίσκονται πάντα εκεί. Του χρόνου όλοι “Tihio Race”!
Σημείωση: Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από τη διοργάνωση και από φίλους που βρέθηκαν εκεί για την υποστήριξη του αγώνα.